ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σχέδιο εργασίας

Το νερό ως πηγή ζωής

Οι υδάτινοι πόροι, η διαχείρισή τους και ο περιορισμός της κατανάλωσης νερού

Το πρόβλημα της έλλειψης νερού

Οι τρεις φυσικές καταστάσεις του νερού: Στερεό, υγρό, αέριο

Η διαστολή του νερού

Ο κύκλος του νερού

Το νερό ως μεταφορέας ύλης

Η μεταφορά του εδάφους με τα υδάτινα ρεύματα και η προστασία από τη διάβρωση

Η ρύπανση του νερού

Το νερό και η ανάπτυξη των αρχαίων πολιτισμών

Η ιστορία των λουτρών

Το νερό στη λαϊκή παράδοση

Δημοτικά τραγούδια

Παροιμίες

Ομαδικά παιχνίδια

Ονειροκρίτης

Το νερό στη χριστιανική θρησκεία

Το νερό στη λογοτεχνία

Σύνθετες λέξεις

Μαθηματικά

Μουσική

Ζωγραφική

Γυμναστική

Επισκέψεις

Παιχνίδια

Πηγές

 

 

 

νεροβάρελο: (νερό + βαρέλι) βαρέλι για αποθήκευση ή μεταφορά νερού

νερόβραστος: που έβρασε μόνο με νερό, μεταφορικά ανόητος, σαχλός

νεροδεσιά: (νερό + δένω) φράγμα που εμποδίζει τη ροή του νερού ή το εκτρέπει σε άλλη κατεύθυνση, νεροφράχτης

νεροκάλαμο: (νερό + καλάμι) το φυτό φραγμίτης ο κοινός

νεροκανάτα ή νεροκάνατο: (νερό + κανάτα) επιτραπέζιο σκεύος για νερό, υδροδοχείο

νεροκάρδαμο: (νερό + κάρδαμο) το κάρδαμο που φυτρώνει στα ρυάκια, ενυδροκάρδαμο

νεροκολοκυθιά: (νερό + κολοκυθιά) το φυτό κολοκύνθη η λαγηνοφόρος, η φλασκιά

νερόκοτα: (νερό + κότα) το υδρόβιο πουλί ράλλος ο φίλυδρος

νεροκουβαλητής και νεροκουβαλήτρα: (νερό + κουβαλητής) ο μεταφορέας και πωλητής νερού, ο νερουλάς, (μεταφορικά) πρόσωπο που οι κόποι του, οι προσπάθειές του ωφελούν άλλους

νερόκρινο: (νερό + κρίνο) υδροχαρές φυτό που ανήκει στα ιριδοειδή

νερομάζωμα: (νερό και μάζωμα) η συγκέντρωση των νερών της βροχής σε δεξαμενές

νερομάνα: (νερό + μάνα) πηγή άφθονου νερού

νερομπογιά :(νερό + μπογιά) διάλυμα χρωστικής ουσίας σε νερό, υδρόχρωμα, έργο ζωγραφικής εκτελεσμένο με υδρόχρωμα, ακουαρέλα

νερόμυλος: (νερό + μύλος) μύλος που κινείται με τη ροή ή την πτώση νερού, υδρόμυλος

νερόπλυμα: (νερό + πλένω) το νερό από την πλύση των μαγειρικών σκευών, (μεταφορικά) φαγητό ή ρόφημα άνοστο

νεροποντή: (νερό + πόντος) ραγδαία βροχή

νεροπότηρο: (νερό + ποτήρι) ποτήρι για νερό

νεροσυρμή: (νερό + συρμή – σύρω) φυσικό, κατηφορικό αυλάκι απ’ όπου τρέχουν τα νερά της βροχής

νεροσωλήνας: (νερό + σωλήνας) σωλήνας για διοχέτευση νερού, υδροσωλήνας

νερουλάς: μεταφορέας ή πωλητής νερού

νερουλιάζω: γίνομαι νερουλός, χάνω τη συνεκτικότητά μου, γίνομαι πλαδαρός, (μεταφορικά) ξεκουτιαίνω

νερουλός: ρευστός σαν νερό, υδαρής (μεταφορικά) πλαδαρός

νεροφάγωμα: (νερό + φάγωμα) κοιλότητα σχηματισμένη σε έδαφος ή σε πέτρα, από τρεχούμενα νερά

νεροφίδα ή νερόφιδο: (νερό + φίδι) είδος ερπετού που ζει στο νερό, ύδρος

νεροχελώνα: (νερό + χελώνα) είδος χελώνας που ζει στο νερό

νεροχύτης: (νερό + χύνω) λεκάνη σε κουζίνα για το πλύσιμο των πιατικών

υδραγωγός: (ύδωρ + αγωγός) αυλάκι ή σωλήνας που διοχετεύει το νερό

υδατάνθρακας: (ύδωρ + άνθρακας) υδατάνθρακες, οργανικές ενώσεις που αποτελούν το κύριο συστατικό των κυττάρων

υδάτινος: ο αποτελούμενος από νερό, νερένιος

υδατογράφημα: (ύδωρ + γράφημα) διαφανής παράσταση που αποτυπώνεται στο χαρτί κατά τη φάση της βιομηχανικής παραγωγής του, και είναι εμφανής, όταν κρατήσει κανείς το χαρτί κόντρα στο φως

υδατογραφία: ζωγραφική με χρώματα διαλυμένα στο νερό, ακουαρέλα, πίνακας που ζωγραφίστηκε με υδρόχρωμα

υδατοκαλλιέργεια: (ύδωρ + καλλιέργεια) εκτροφή θαλάσσιων ειδών με στόχο τη διάθεσή τους στο εμπόριο, η καλλιέργεια επίγειων φυτών σε άγονο έδαφος που ποτίζεται με νερό που εμπεριέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την ανάπτυξή τους

υδατοστεγής: (ύδωρ + στέγω) ο αδιαπέραστος από το νερό, στεγανός

υδατοσφαίριση: (υδατόσφαιρα) το γουότερ πόλο

υδραγωγείο: (υδραγωγός) σωλήνας ή αυλάκι που διοχετεύει το υγρό σε ορισμένη κατεύθυνση, τεχνικό έργο με το οποίο μεταφέρεται ή διοχετεύεται νερό από τον τόπο της προελεύσεώς του στα σημεία διανομής, δεξαμενή όπου αποθηκεύεται νερό και από την οποία ξεκινούν οι υδροσωλήνες του δικτύου κατανάλωσης

υδραντλία: (ύδωρ + αντλία) αντλία νερού

υδρατμός: (ύδωρ + ατμός) η αέρια κατάσταση του νερού, ατμός από την εξάτμιση του νερού, αχνός

υδραυλικός: ο σχετικός με τη διοχέτευση του νερού και τη χρησιμοποίησή του σε μηχανικά έργα, ο ανθεκτικός στην επίδραση του νερού, τεχνίτης ειδικός σε εργασίες σχετικές με τη διοχέτευση ή τη χρήση νερού

ύδρευση: προμήθεια νερού, το σύνολο των έργων και μέσων για την παροχή νερού σε πόλη ή συνοικισμό

υδρία: πήλινο αγγείο για νερό, στάμνα

υδρόβιος: (ύδωρ + βιόω – ώ) που ζει και αναπτύσσεται μέσα σε νερό

υδροβιότοπος: ( ύδωρ + βιότοπος) υγρότοπος

υδροδότηση: παροχή νερού

υδροηλεκτρικός: (ύδωρ + ηλεκτρικός) ο σχετικός με τον υδροηλεκτρισμό

υδρόθειο: (ύδωρ + θείον) αέριο εύφλεκτο, δύσοσμο και δηλητηριώδες που περιέχεται στα αέρια των θειούχων πηγών, παράγεται δε κατά τη σήψη ζωικών και φυτικών ουσιών

υδροκινητήρας: (ύδωρ + κινητήρας) κινητήρας που κινείται με την πτώση ή τη ροή νερού

υδρομετρητής: (ύδωρ + μετρητής) μετρητής της ποσότητας νερού που καταναλώνεται, υδρογνώμων

υδροπλάνο: (ύδωρ + planer) τύπος αεροπλάνου με πλωτήρες, αντί τροχών, ώστε να προσθαλασσώνεται και να αποθαλασσώνεται

υδρορροή: (ύδωρ + ροή) αγωγός του νερού στην άκρη της στέγης οικήματος, που μαζεύει τα νερά της βροχής και με σωλήνες τα αποχετεύει στο έδαφος

υδροστατική: κλάδος της φυσικής που μελετά μηχανικές ιδιότητες των υγρών σε κατάσταση ηρεμίας

υδροστρόβιλος: (ύδωρ + στρόβιλος) υδραυλικός στρόβιλος, μηχάνημα που μετατρέπει την πτώση νερών σε κινητήρια δύναμη, δίνη νερού, ρουφήχτρα,

      νεροστρόβιλος

υδρόφιλος: (ύδωρ + φίλος) που αγαπά το νερό, υδροχαρής, φίλυδρος, υγροσκοπικός, (για φυτά) που η επικονίασή του γίνεται με τη βοήθεια του νερού

υδρόχρωμα: (ύδωρ + χρώμα) χρωστική ουσία διαλυτή ή διαλυμένη στο νερό, νερομπογιά, χρωματισμένο γαλάκτωμα ασβέστη

                                                                                                …και πολλές άλλες.

Αντωνιάδου Αναστασία, Τοπούζη Δέσποινα,

Τσιτλακίδου Αλεξάνδρα

 

 

 

Την σελίδα αυτή σχεδίασε ο Κιοσσές Γιώργος